(+) Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπεδινοῦ Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ.
Να ερεθίζομε συνεχώς μέσα μας το φόβο του Θεού. Κάθε τι για να προοδεύσει, να αποδίδει και να στέκεται στον προορισμό και την αποστολή του εξαρτάται ακριβώς από την ενέργεια που κάνει. Σε μας η ενέργεια είναι ο φόβος του Θεού, ο οποίος γεννά το ζήλο. Ο ζήλος είναι η κινητήριος δύναμη. Ο άνθρωπος μετά τη πτώση δέχεται τις διάφορες αλλοιώσεις και δεν στέκεται σε μια κατάσταση. Βρίσκεται σε ανιούσες και κατιούσες καταστάσεις. Γι’ αυτό είναι υποχρεωμένος με τεχνικά, επίκτητα μέσα να ερεθίζει τον εαυτό του για να έχει σε ενέργεια το ζήλο.
Είναι αυτό πού λέγεται στο Ευαγγέλιο: «έστωσαν αι οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». «Οσφύες περιεζωσμέναι» είναι η πρακτική ενέργεια. Ο άνθρωπος με την προαίρεσή του συνεχώς υποκινεί τον εαυτό του και τον ενθαρρύνει. Αν λοιπόν ενθαρρύνει τον εαυτό του, τότε ανάβει ο λύχνος. Οι «καιόμενοι λύχνοι» είναι αυτό που λέει ο Κύριός μας «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη». Αυτό λοιπόν το «πυρ» είναι ο θείος ζήλος, τον οποίον γεννά ο φόβος τοῦ Θεοῦ.
Εμείς λοιπόν πιστεύουμε πρώτα στον Θεό. Πιστεύουμε ότι όντως ο Θεός υπάρχει. Αλλά αυτό δεν λέει τίποτε. Αυτό το πιστεύουν οι δαίμονες πιό πολύ από μας, χωρίς να τους ωφελεί σε τίποτε. Πιστεύουμε ότι υπάρχει ο Θεός αλλά και στις σχέσεις του Θεού με εμάς και ημών με Αυτόν. Τί είναι επιτέλους αυτός ο Θεός πού υπάρχει; Αυτός ο Θεός που υπάρχει, έχει θεοπρεπείς ιδιότητες. Είναι υπέρθεος, υπερδύναμος, υπέρσοφος κλπ. Εκείνο όμως που μας συγκινεί, πέραν των θεοπρεπών ιδιοτήτων που έχει, είναι ότι σε μας διάκειται πατρικά. Ο τόσον μεγάλος Θεός για μας είναι Πατέρας. Εφ’ όσον είναι Πατέρας διάκειται με όλη την πατρική ιδιότητα απέναντι μας. Και εμείς με τη σειρά μας πρέπει να διακείμεθα προς αυτόν υϊκώς. Είναι οι σχέσεις ιδανικού Πατρός προς ιδανικούς υιούς. Αυτό γεννά η πίστη.
Αφού είναι έτσι τα πράγματα γυρίζομε και βάζουμε τη βάση του στόχου. Ποιά είναι η βάση του στόχου; Η έρευνα του προορισμού. Μόλις δει κάποιος μια καρέκλα λέει: αυτή τί είναι; Φαίνεται ότι είναι κάθισμα. Τί προορισμό έχει; Να κάθεται ο άνθρωπος. Ώστε αυτός είναι ο προορισμός της. Δεν χρησιμεύει για κάτι άλλο. Εάν λοιπόν χρησιμοποιείται για κάθισμα εκπληρεί τον προορισμό της. Και μεις τώρα ερευνούμε τον προορισμό μας. Από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνομε;
Πρώτα- πρώτα αποκτούμε αξιοπρέπεια και προσωπικότητα. Διότι τί ζητά ο Θεός από εμάς; Εάν ζητούσε να κάνομε κάτι που ήταν θυσία και η θυσία αυτή ήταν υστέρημά μας για να γίνει σ’ αυτόν προσθήκη, αν και το δικαιούται, ως διπλούς Κύριος, θα είχαμε να πούμε κάτι. Εν τούτοις βλέπετε ο Θεός με πόση ευγένεια και καλωσύνη συμπεριφέρεται προς τον άνθρωπο. Δεν απαίτησε μετά την τεράστια θυσία, που έκαμε για την ανάπλαση του ανθρώπου να του δώσει κάποια εντολή που είναι προσωπική. Διότι οι εντολές που έχομε τώρα δεν είναι του Θεού. Είναι η αγωγή της αποθεραπείας της σάπιας και φθαρμένης μας προσωπικότητας. Όπως ένας γιατρός αφού θεραπεύσει μιαν ανίατη ασθένεια και φέρει στην ισορροπία της υγείας τον άρρωστο του δίνει συνταγή. Πρόσεξε. Στο εξής θα παίρνεις αυτά τα φάρμακα και θα κάνεις αυτή τη δίαιτα και θα έχεις αυτή την άνεση. Αν δεν τα κάνεις θα πεθάνεις. Αυτός ο ασθενής, πρέπει να αισθάνεται ευεργετημένος. Γιατί ο γιατρός πέραν της προσπάθειας, που έκανε να του αποκαταστήσει την υγεία, φροντίζει ακόμα και για το μέλλον του.
Μετά από όλα αυτά δεν είναι κάτι δύσκολο. Εκτός αν ο άνθρωπος πλανάται. Εάν δεν πλανάται, θα βάλει όλη του τη δύναμη να προσπαθεί στις ημέρες αυτές τις λίγες, που θα ζήσει, να ανταποκριθεί στην αποστολή του, για να ακούσει στο τέλος την ώρα του θανάτου του, το «ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Η προσπάθεια, που γίνεται τώρα στη ζωή μας, απεδείχθη ότι δεν την παίρνει ο Θεός. Είναι δική μας. Δεν μας έδωσε ο Θεός εντολή, σαν κανόνα, επειδή μας χάρισε τη σωτηρία.
Τίποτε δεν απαίτησε ο Θεός από μας. Όχι μόνον δεν απαίτησε, αλλά κοίταξε η αγαθότητά του μέχρι πιό σημείο έφθασε. Μπορούσε τις εντολές αυτές να τις δώσει από μακριά, όπως έκανε στην αρχή της δημιουργίας. Μπορούσε να διατάξει την επιστροφή μας και να μη φανερωθεί, να μην πλησιάσει. Μήπως «Κύριος πάντων ων» δεν είχε εξουσία; Όμως για να μην προσβάλει τον άνθρωπο, τον οποίον υπεραγάπησε, κατέβηκε και έγινε άνθρωπος και μπήκε μπροστά και βάδισε πρακτικά τον νόμο των εντολών, ούτως ώστε να μας συγκινήσει με το παράδειγμά του χωρίς να μας προστάξει, γιατί θα εθεωρείτο υποβιβασμός. Με τέτοια ευγένεια, με τέτοια λεπτότητα κινήθηκε η αγάπη του Θεού. Για να μη μας δώσει εντολές προστακτικές, ώστε να θεωρηθεί αυτός Δεσπότης και Κύριος και εμείς δούλοι του, αναγκάζεται να φορέσει τη φύση μας και να βαδίσει όλον το δρόμο της ηθικής και της καθάρσεως και να μπει στα πρακτικά και ευτελή δηλ. να νηστέψει, να κακοπαθήσει, να φτωχύνει, να πεινάσει, να αγρυπνήσει και να ταλαιπωρηθεί. Τί τα ήθελε αυτά ο Λόγος του Θεού; Για την αγάπη του σε μας μπήκε μπροστά και τα εφάρμοσε για να μας συγκινήσει με αυτόν τον τρόπο. Δεν καταδέχεται να μας προστάξει γιατί «ουκέτι καλώ υμάς δούλους, ότι φίλοι μου εστέ». Βλέπετε μυστήριο.
Ποιός είναι εκείνος που θα είναι τόσον αναιδής ώστε να μη σταθεί σ’ αυτά τα περιθώρια;
