Ψυχή, μη χάνεις το θάρρος σου και μη θλίβεσαι· μη συλλογίζεσαι τον εαυτό σου ότι είναι στο πλήθος της αμαρτίας· μην επιφέρεις στον εαυτό σου τη φωτιά· μη λες ότι ο Κύριος με απέρριψε από την παρουσία του, διότι αυτός ο λόγος δε θα αρέσει στον Θεό, επειδή ο ίδιος κράζει σ’ εσένα, λέγοντας· «Λαέ μου, τι κακό σου έκανα, ή σε τι σε λύπησα, ή σε τι σε στενοχώρησα; », [λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἢ τί ἐλύπησά σε ἢ τί παρηνώχλησά σοι;] (Μιχ. 6, 3). «Μήπως εκείνος που έπεσε δε σηκώνεται; Η μήπως εκείνος που χάνει το δρόμο του δε φροντίζει να επιστρέψει;», [μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται; ἢ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἀναστρέφει;] (Ιερ. (8, 4).
Σήκω και έλα. Σε υποδέχεται· δε σε επιπλήττει· αλλά απεναντίας και χαίρεται με την επιστροφή σου. Σε περιμένει· εσύ μόνο μην ντραπείς, όπως ο Αδάμ (Γεν. 3, 10), ούτε να κρυφθείς από την παρουσία του Θεού. Για σένα σταυρώθηκε ο Χριστός, και είναι δυνατό να σε απορρίψει; Ποτέ κάτι τέτοιο! Διότι ξέρει εκείνον που μας θλίβει, και ότι κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, παρά μόνο ο ίδιος. Ο Χριστός ξέρει ότι ο άνθρωπος είναι ταλαίπωρος. Μη λοιπόν αμελήσουμε, εφόσον βρισκόμαστε κοντά στη φωτιά. Ο Χριστός δεν έχει ανάγκη να μας ρίξει στη φωτιά, δεν προξενεί κέρδος στον εαυτό του με το να μας στείλει στην κόλαση.
Θέλεις μάλιστα να μάθεις τα πράγματα της κόλασης; Όταν δηλαδή ο αμαρτωλός θα διώχνεται μακριά από την παρουσία του Θεού (πρβλ. Ματθ. 25, 41), την κραυγή από το κλάμα του δε θα μπορέσουν να την αντέξουν τα θεμέλια της οικουμένης. Διότι είναι γραμμένο «Η μέρα εκείνη είναι μέρα σκότους και ζόφου, μέρα νεφέλης και ομίχλης, μέρα σάλπιγγας και κραυγής», [ἡμέρα γνόφου καὶ σκότους, ἡμέρα νεφέλης καὶ ὁμίχλης, ἡμέρα σάλπιγγος καὶ κραυγῆς] (Σοφον. 1, 15-16).
Και διότι, αν άνθρωπος καταδικασμένος εξορισθεί από άρχοντα για δύο ή πέντε ή δέκα χρόνια, ποιο πένθος και ποια ντροπή και ποιο κλάμα νομίζεις ότι έχει ο άνθρωπος εκείνος; Όμως εκείνος έχει παρηγοριά, περιμένοντας το τέλος του διαστήματος της εξορίας.
Θέλουμε λοιπόν να μάθουμε και το διάστημα της εξορίας των αμαρτωλών· πως πρόκειται να βρίσκονται στην εξορία είκοσι ή πενήντα ή εκατό ή διακόσια χρόνια; Πώς όμως μπορούμε να μετρήσουμε το χρονικό διάστημα, εφόσον δεν προστίθενται πια χρόνια στον αριθμό των ημερών; Αλίμονο, αλίμονο! Είναι ατέλειωτο αυτό το διάστημα· και διότι είναι αβάστακτη η οργή της απειλής προς τους αμαρτωλούς.
Ακούς την πίεση των αμαρτωλών; Μη λοιπόν ντροπιάσεις τον εαυτό σου απέναντι σ’ εκείνη τη δυσκολία· διότι δε θα αντέξεις στην απειλή. Έχεις πλήθος αμαρτίες; Μη λοιπόν διστάσεις να κράζεις προς τον Θεό. Πλησίασε τον χωρίς να ντραπείς. Ο αγώνας είναι κοντά. Σήκω όρθιος και αποτίναξε την ύλη του κόσμου. Μιμήσου τον άσωτο γιό, διότι, αφού στερήθηκε όλα, ήρθε χωρίς ντροπή στον πατέρα· και ο πατέρας περισσότερο ενδιαφέρθηκε για την επιστροφή του παρά για τον πλούτο που σπαταλήθηκε από την αρχή.
Έτσι, αυτός που πλησίασε χωρίς ντροπή, μπήκε με αρχοντικό τρόπο αυτός που παρουσιάσθηκε γυμνός, εμφανίσθηκε ντυμένος με στολή· αυτός που εμφάνισε τον εαυτό του δούλο, αποκαταστάθηκε στο αξίωμα του άρχοντα (Λουκ. 15, 14-23). Σ΄ εμάς απευθύνεται ο λόγος. Ακούς, η έλλειψη ντροπής από μέρους του γιού πόσα κατόρθωσε; Καταλαβαίνεις όμως και την καλοσύνη του πατέρα;
Και συ λοιπόν, ψυχή, μην ντραπείς. Χτύπα! Περιμένεις ελεημοσύνη; Να επιμείνεις να χτυπάς την πόρτα, και θα πάρεις όσα σου χρειάζονται, σύμφωνα με τη θεία Γραφή που λέει· «Για την αδιαντροπιά του, θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα του χρειάζονται», [διά γε τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει αὐτῷ ὅσων χρῄζει] (Λουκ. 11, .
Δε σε απορρίπτει, δε σε επιπλήττει εξαιτίας του πλούτου που σπατάλησες από την αρχή, άνθρωπε. Διότι δε λείπουν σ’ αυτόν τα χρήματα· σε όλους προσφέρει πρόθυμα σύμφωνα με τον αποστολικό λόγο, «Να ζητάτε από τον Θεό, που δίνει σε όλους με απλοχεριά, και δεν περιφρονεί», [αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ μὴ ὀνειδίζοντος] (Ιακ. 1, 5).
Κάθεσαι σε λιμάνι; Κοίταζε τα κύματα, για να μην έρθει ξαφνικά η θύελλα και αρπαγείς στα βάθη της θάλασσας, και τότε θα αρχίσεις να λες με στεναγμό: «Ήρθα στα βάθη της θάλασσας, και η καταιγίδα με καταπόντισε στο πέλαγος. Εκοπίασα να κράζω, βράχνιασε το λαρύγγι μου», [ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου] (Ψαλ. 68, 3-4). Και διότι ο άδης είναι αληθινά άβυσσος της θάλασσας, σύμφωνα με τον δεσποτικό λόγο που λέει, ότι μεγάλο χάσμα υπάρχει ανάμεσα στους δίκαιους και τους αμαρτωλούς (πρβλ. Λουκ. 16, 26).
Μη λοιπόν καταδικάσεις τον εαυτό σου σ’ εκείνο το χάσμα. Μιμήσου τον άσωτο γιό. Εγκατάλειψε την πόλη που φονεύει με την πείνα· απομακρύνσου από την ταλαιπωρία των γουρουνιών σταμάτησε να τρως από τα ξυλοκέρατα (πρβλ. Λουκ. 15, 14-16), και μάλιστα ούτε να τα αγγίζεις.
Έλα λοιπόν εσύ, που σε παρακινώ, φάε αδιάκοπα το μάννα, την τροφή των Αγγέλων. Έλα, να δεις τη δόξα του Θεού, και να φωτισθεί το πρόσωπο σου. Έλα, κατοίκησε στον παράδεισο της τρυφής. Άφησε λίγα χρόνια· απόκτησε αιώνιο διάστημα. Ας μη σε ταράξει το διάστημα του χρόνου αυτής της ζωής. Είναι βιαστικό και σύντομο. Από τον ’Αδάμ ως τώρα, τόσο χρονικό διάστημα πέρασε σαν σκιά! Ετοίμασε αυτά που χρειάζονται για τον δρόμο. Μην παραφορτώσεις τον εαυτό σου. Η θύελλα είναι κοντά· φτάσε στη στέγη, που και εμείς επιδιώκουμε να φτάσουμε με τη χάρη του Χριστού. Αμήν.
Οσίου Εφραίμ του Σύρου. “ Έργα ” τόμος Ε΄. (εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας). Θεσσαλονίκη 1994
